«Απαιτούμενα προσόντα: υφάκι και μια σανίδα»

  • -
  • -
  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ
  • ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Πριν από 120 χρόνια, μεταξύ θάλασσας και τροχών, είχα βρεθεί να πουλάω «υπηρεσίες έντυπης επικοινωνίας». Ποιος; Εγώ. Φαντάζεστε τον Λάκη Γαβαλά σε οικοδομή με πηλοφόρι και μυστρί; Εδώ που τα λέμε, σήμερα όλα γίνονται. Τέλος πάντων…
Πλήρης, λοιπόν, τεχνικών από σεμινάρια για τις πωλήσεις και γνώσεων από βιβλία για την ανθρώπινη συμπεριφορά, επισκεπτόμουν εταιρείες-δυνητικούς πελάτες όπου, κατά κανόνα, η συνδιαλλαγή είχε ως εξής: «Σας ενδιαφέρει να προβληθείτε μέσω έντυπης επικοινωνίας;» «Όχι!» «Καλά».

Ποιος αλήθεια δεν έχει μέσα του το φόβο της απόρριψης; Ποιος δεν έχει νιώσει ότι αυτό που πραγματικά εννοούσε η πώς-τη-λέγανε-να-δεις-τώρα; όταν έλεγε ότι θα μείνει στο σπίτι, παραμονή Πρωτοχρονιάς, γιατί είχε να λουστεί, ήταν ότι θα προτιμούσε να κάνει ρεβεγιόν μ’ ένα σακί κοπριά;
Μόνο αν έχεις κάνει τη δουλειά του πωλητή μαθαίνεις να τη σέβεσαι. Τα σεμινάρια σού λένε για διαπραγματεύσεις, για επιλογές στρατηγικής, για νευρογλωσσικούς προγραμματισμούς… Τα βιβλία για τα μάτια του συνομιλητή σου που είναι, λέει, τα παράθυρα της ψυχής, για τη σημασία της σωστής αναπνοής... Αυτό που δεν σου λένε είναι ότι το πιο αποτελεσματικό όπλο στη φαρέτρα σου είναι ένα αξιοπρεπές προϊόν.

Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα. Γιατί ποιος μας έλεγε τότε, στο πρώτο χρυσό μισό της δεκαετίας του ’00, ότι το δεύτερο μισό της θα ‘ταν κάλπικο; Το να πούλαγες τότε Mercedes, ή Audi, ή BMW, ή και Porsche ακόμη, μπορεί και να ‘ταν η πιο εύκολη δουλειά στον κόσμο. Το μόνο που χρειαζόσουν ήταν υφάκι και μια βρεγμένη σανίδα για να βαράς στο κεφάλι όποιον έκανε πως πήδαγε τη σειρά αναμονής.
Για να τα δω όμως τα αστέρια των πωλήσεων σήμερα που η προτεραιότητα του «καταναλωτικού κοινού» είναι η επιβίωση και η διάθεσή του τόσο κακή που δεν έχουν ακόμη βρεθεί λέξεις να την περιγράψεις; Γιατί, μη γελιέστε, τούτη δω είναι η δική μας «κατοχή», αυτή την οποία εμείς θα διηγούμαστε στα εγγόνια μας, αυτή που μας χρώσταγε η Ιστορία, αυτή που έκρυβε κάτω απ’ τις ιδρωμένες δίπλες της η κραιπάλη του χτες...  
Όσο για το αυτοκίνητο; Ποτέ στην ιστορία δεν έχει υπάρξει προϊόν τόσο τεχνολογικά προηγμένο, καμωμένο από τις δικές μας συγκυρίες τόσο δραστικά άκαιρο και τόσο καίρια άσκοπο.

Τα γράφω αυτά γιατί πρόσφατα, μετά από πολλά ευτυχή χρόνια συμβίωσης με εταιρικά αυτοκίνητα, που άλλαζαν μάλιστα κάθε χρόνο, χρειάστηκε (ψιθυριστά) να αγοράσω δικό μου. Κι έφτασε η μέρα να το παραλάβω. «Ωθήσατε», έγραφε το ηλιοκαμένο και ξεκολλημένο στην πάνω δεξιά γωνία Α4 στη γυάλινη πόρτα. Κάποιος είχε ήδη ωθήσει σθεναρά κι είχε μείνει αυτή ανοιχτή. Μέσα, ένα ευμέγεθες σκυλί είχε ολοφάνερα παιχνιδιάρικη διάθεση – αυτό τουλάχιστον μαρτυρούσαν μετά οι πατημασιές στους ώμους μου.

Αν και είχε πιάσει να σουρουπώνει, κανένα φως δεν ήταν αναμμένο και θυμήθηκα κάτι ζεστές καλοκαιρινές μέρες, δυο τρία χρόνια πίσω, που οι φωτόπουλοι έκλειναν τα φώτα και τα μαγαζιά άνοιγαν τις πόρτες για να μη βγάλουν οι άνθρωποι τη μπέμπελη. Τα καπό των αυτοκινήτων μέσα ήταν όλα μισάνοιχτα, ενώ ο μοναδικός «πωλητής», έντεχνα κρυμμένος πίσω από ένα βαν, έβρισκε περισσότερο ενδιαφέρουσα την οθόνη του από τους επισκέπτες – για τους τελευταίους φρόντιζε ο Ρεξ. Η όλη δε ατμόσφαιρα ήταν πιο μαγική κι από παρκινγκ του Lidl.

Αποκαρδιωμένοι ή όχι, υπαμειβόμενοι ή μη, καλά θα κάνουν όσοι έχουν την ευλογία να εργάζονται ακόμη στον «κλάδο» του αυτοκινήτου να σοβαρευτούν και αντί ν’ αφήνουν τα σκυλιά τους να αγκαλιάζουν τους λιγοστούς επισκέπτες να το κάνουν αυτοί – μεταφορικά, έστω. Η ευφορία της ευμάρειας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και οι λίγοι ατρόμητοι πελάτες είναι ό,τι τους έχει απομείνει.
Και το αυτοκίνητό μου; Αν και η εμπειρία της παραλαβής του ήταν όσο συναρπαστική όσο μια κυλιόμενη σκάλα, είναι μια χαρά! Κάνει ό,τι ακριβώς γράφει στο κουτί και ακόμα παραπάνω…

 

Περισσότερα κείμενα του Βασίλη Χαρίτου εδώ.