Με Mach 1 στη Μαραθώνος

  • -
  • -
  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ
  • ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ο Αντώνης ήταν ελληνοαμερικανός λοχίας σε μια από εκείνες τις αξέχαστες «βάσεις του θανάτου» που όλο έμεναν πριν τελικά φύγουν. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν εμείς κυκλοφορούσαμε με Fiat 850, Mini, Σκαραβαίους, ή συχνότερα, με το λεωφορείο, αυτός οδηγούσε μια μπλε Mustang Mach 1 με 7λιτρο κινητήρα και 4άρι stick-shift κιβώτιο μ’ ένα μεγάλο, γυαλιστερό, αλουμινένιο Τ για λεβιέ!

Συχνά πυκνά το καλοκαίρι, κατέβαινε στη Ραφήνα και τα βράδια βγαίναμε για μπίρες, πολλές μπίρες, καταστρέφοντας στην πορεία ακόμη πιο πολλά κύτταρα φαιάς ουσίας, γεγονός που εξηγεί το γιατί έχω αρχίσει, εδώ και κάμποσο καιρό, να ξεχνάω… Πού είχαμε μείνει; Α, ναι. Βόλτες ατελείωτες που λέτε με τη Mustang, “jus’ cruisin’”, στη Ραφήνα, στο Μάτι και στη Νέα Μάκρη, καίγοντας κάθε βράδυ σε βενζίνη το ακαθάριστο εθνικό προϊόν του Λεσότο και ακούγοντας Isaac Hayes, Temptations και O’ Jays από το 8-track της Lear που φορούσαν τότε όλα τα καλά σπορ Ford. (Παρένθεση: ο Bill Lear, δημιουργός της Learjet, εφεύρε όχι μόνο το ραδιόφωνο αυτοκινήτου, αλλά και το κασετόφωνο 8-track. Αλλά αυτό βέβαια το ξέρατε.)

Την εποχή λοιπόν που τα δικά μας αυτοκίνητα είχαν μεγάφωνα (sic) από cornflakes στο πίσω ράφι, ο ήχος που ανήγγειλε από μακριά τη Mustang –φέρτε στο μυαλό σας τον μπάσο ήχο που βγάζουν σήμερα τα sub(human)woofers των βλοσυρών πιτσιρικάδων τού σήμερα, αλλά στο πιο soulful– ήταν πρωτόγνωρος για την ησυχία, τάξη και ασφάλεια των καλοκαιρινών νυχτών της εποχής της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως του ’67. Την τελευταία μπορεί και να την έχετε ακουστά ως «επταετία της χούντας των συνταγματαρχών», αλλά δεν παίρνω και όρκο, εδώ δεν ξέρατε (καλά, όχι εσείς) για Isaac Hayes, Temptations και O’ Jays...

Μια τέτοια καλοκαιρινή νύχτα λοιπόν, πάνω που είχαμε διπλαρώσει ένα λιλιπούτειο Innocenti με δυο δύστυχες μικρές που ελπίζαμε να ρίξουμε με τη βοήθεια του Ellie’s Love Theme, του ξανθού crew-cut του Αντώνη, των δικών μου μαύρων σγουρών βοστρύχων και της Mustang, όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά, να ‘σου ένα περιπολικό –Vauxhall Cresta, αν θυμάμαι καλά–, με νυσταγμένο μπλε φάρο πάνω και ψαρωτικούς χωροφύλακες μέσα, να μας σταματάει για έλεγχο, κάπου στο Ζούμπερι. Υπηρετούσα στο Ναυτικό τότε, σιγά μη φορούσα την υποχρεωτική στολή βραδιάτικα και όσο να ‘ναι τα χρειάστηκα, παρά το “don’t worry” του Αντώνη.

Οι χωροφύλακες βγήκαν από το περιπολικό με την αυταρχική μεγαλοπρέπεια που, εξ επαγωγής, τους προσέδιδε το στρατιωτικό καθεστώς. Ο ένας άναψε τσιγάρο κι ακούμπησε νωχελικά στο καπό του Cresta, ενώ ο άλλος πλησίασε το παράθυρο της Mustang με το περιφρονητικό ύφος που φυλάνε οι ηλίθιοι για όσους θεωρούν πιο ηλίθιους από τους ίδιους, αυτό που χαρακτηρίζει κάθε επικίνδυνα ηλίθιο όταν χρεώνεται υπηρεσιακό περίστροφο και αυτοκίνητο.

-Τι σαματάς είν’ τούτους, ρε; Άδεια, δίπλουμα!

- I’m sorry, officer?

- Αδειαδίπλουμα, ρε! Κι έξ’ απ’ τ’ αμάξ’!

Έπρεπε να σας έχω εκεί! Με το που ο Αντώνης έβγαλε, πολύ προσεκτικά, κάτι πλαστικό απ’ την πίσω τσέπη –τι είδους «ταυτότητα» ήταν εκείνη ποτέ δεν έμαθα, εμένα πάντως μου ‘λεγε ότι ήταν κανονικός λοχίας, αλήθεια! –το όργανο στάθηκε κλαρίνο και το Vauxhall εξαϋλώθηκε σε δευτερόλεπτα. Το ίδιο και το Innocenti, βέβαια, αλλά η βραδιά (και η Mustang) μού ‘μεινε αξέχαστη.